ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

08/04, ΟΛΥΜΠΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, " Ο ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, 1938 - 1966"

This is your Service Description. Use this space to explain this service in more detail.

08/04, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΣ, "Η ΨΗΦΙΑΚΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΝΕΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Στην ψηφιακή εποχή του γραπτού πολιτισμού ο κύκλος ζωής της πληροφορίας και τα μέσα πληροφορίας και επικοινωνίας αλλάζουν δομικά με καταλύτες αλλαγής την ψηφιοποίηση, το διαδίκτυο και τις Τ.Π.Ε. Το βιβλίο ως το παλαιότερο μέσο πληροφορίας και επικοινωνίας, διαχρονικά, βρίσκεται στο επίκεντρο των αναμορφώσεων του γραπτού πολιτισμού. Επιπρόσθετα, οι καταλύτες της ψηφιακής αλλαγής δεν επιδρούν μόνο στο βιβλίο, το προϊόν-πυρήνα της εκδοτικής βιομηχανίας που το παράγει, αλλά διαδραματίζουν δομικό ρόλο στην ανανέωση και αναμόρφωση ολόκληρου του πεδίου της δραστηριοποίησής της.
Από τις αρχές του 21ου αιώνα, στο πλαίσιο του νέου τεχνο-οικονομικού και επικοινωνιακού παραδείγματος, η εκδοτική βιομηχανία βιβλίου καλείται να αναπροσαρμόσει στρατηγικές, μοντέλα και πρακτικές. Ουσιαστικά, ως μια εδραιωμένη βιομηχανία, προερχόμενη από την τυπογραφική κουλτούρα εφαρμόζει διαδικασίες ψηφιακής μετάβασης στα νέα δεδομένα. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν εγκαταλείπει οριστικά την παραδοσιακή της φύση, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέσα από την ανανέωση, ακόμα και την ενδυνάμωση του έντυπου βιβλίου και των πρακτικών τής αναλογικής εποχής των εκδόσεων.
Στην παρούσα διατριβή, μέσα από μια ολιστική θεώρηση, διερευνώνται οι ποικίλες διαστάσεις και διαδικασίες της ψηφιακής μετάβασης του εκδοτικού κλάδου, οι οποίες εκτός από τα βιβλιακά μορφότυπα αφορούν κάθε πεδίο της εκδοτικής αλυσίδας. Κατά την ερευνητική διαδικασία, αναπτύσσεται η θεώρηση του νέου υβριδικού, αλληλεπιδραστικού και δικτυωμένου περιβάλλοντος, του νέου οικοσυστήματος αξίας και δικτύωσης, εντός του οποίου καλούνται να ενταχθούν και να δραστηριοποιηθούν οι εκδοτικές επιχειρήσεις και η εκδοτική βιομηχανία βιβλίου εν συνόλω, στο πλαίσιο μιας ολιστικής εφαρμογής των διαδικασιών της ψηφιακής μετάβασης. Με τον τρόπο αυτό οι ρόλοι και οι σχέσεις τους με τους παραδοσιακούς και νεοεισερχόμενους δρώντες του πεδίου αποκτούν νέα υπόσταση.
Υπό αυτή τη θεώρηση, στόχος της παρούσας διατριβής είναι η καταγραφή, η ανάλυση και η κατανόηση σε βάθος των διαδικασιών ψηφιακής μετάβασης που εντοπίζονται στην ελληνική εκδοτική βιομηχανία βιβλίου. Μέσα από μια μεικτή μεθοδολογική προσέγγιση με τη χρήση ποιοτικών και ποσοτικών μεθοδολογιών έρευνας, όπως βιβλιογραφική επισκόπηση και αξιοποίηση δευτερογενών δεδομένων από το διαδίκτυο, μελέτες περίπτωσης, συνεντεύξεις σε βάθος και ποσοτική έρευνα, χαρτογραφώντας ένα ανεξερεύνητο πεδίο, εξετάζεται το εφαρμοσμένο πλαίσιο, η έκταση και η ένταση της ψηφιακής μετάβασης της ελληνικής εκδοτικής βιομηχανίας βιβλίου. Παράλληλα, εντοπίζεται και ερευνάται το αναδυόμενο ελληνικό οικοσύστημα αξίας και δικτύωσης, εντός του οποίου καλείται να ενταχθεί και να δραστηριοποιηθεί ο παραδοσιακός εκδοτικός κλάδος βιβλίου.
Στο πλαίσιο του τέταρτου κύκλου παρουσιάσεων διδακτορικών διατριβών, που διοργανώνει το τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, και υπό το πρίσμα της επιτυχούς ολοκλήρωσης της παρούσας διδακτορικής διατριβής, η εστίαση της παρουσίασης έγκειται στην παράθεση των μεθοδολογικών εργαλείων που χρησιμοποιήθηκαν και των προκλήσεων που ανέκυψαν κατά την ερευνητική διαδικασία.

22/04, ΑΓΝΗ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ, "Η ΕΚΘΕΣΗ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΣΤΑ ΜΟΥΣΕΙΑ"

Η έκθεση και ερμηνεία των λατρευτικών αντικείμενων στο Μουσείο αποτελεί το βασικό θέμα της διατριβής και σκοπός της είναι να αποσαφηνίσει τη σχέση ανάμεσα στα λατρευτικά-θρησκευτικά αντικείμενα και στο τρίπτυχο - μουσείο, επιμελητής, επισκέπτης. Μέσα από μια διεπιστημονική μέθοδο προσέγγισης (η οποία συνυπολογίζει επιστημονικές θεωρίες της αρχαιολογίας, της μουσειολογίας, της κοινωνιολογίας, της θρησκειολογίας κλπ.) εξετάζονται και αξιολογούνται οι ερμηνευτικές και εκθεσιακές προσεγγίσεις των λατρευτικών αντικείμενων σε μουσεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Η συγκεκριμένη διατριβή παρουσιάζεται ως μια πρόταση αναστοχασμού και επαναπροσέγγισης των εκθεσιακών και ερμηνευτικών μέσων των λατρευτικών αντικειμένων στο μουσειακό περιβάλλον, αλλά και ευρύτερα της θρησκείας σε έναν χώρο όπως το μουσείο.

22/04, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΚΑΡΤΣΩΝΗΣ, "

"ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ - Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΝΟΤΙΟΥ

ΑΙΓΑΙΟΥ"

Η έρευνα επικεντρώνεται στη διαδικασία χάραξης πολιτικής που εφαρμόζει η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου ως αρμόδιος δημόσιος φορέας για την προώθηση και ανάπτυξη του τουρισμού στο Νότιο Αιγαίο, σε αυτήν την ελληνική τουριστική περιοχή. Ερευνάται η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών στη διαμόρφωση και εφαρμογή της τουριστικής πολιτικής της ΠΝΑΙ και εξετάζονται οι συνθήκες αλληλεπίδρασης και προσβασιμότητας. Παράλληλα, αντικείμενο διερεύνησης αποτελεί ο ρόλος που διαδραματίζουν τα ΜΜΕ και τα νέα μέσα της τεχνολογίας (διαδίκτυο, μέσα κοινωνικής δικτύωσης) στις διαδικασίες κατασκευής των δημόσιων πολιτικών για τον Τουρισμό και κατά πόσο βοηθούν (τα νέα μέσα) στην ενεργοποίηση και τη συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων δρώντων.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΜΑΡΤΊΟΥ

09/03, ΦΟΙΒΟΣ ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ, ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑΪΒΑΝΕΖΙΚΟ ΝΕΟ ΚΥΜΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ: ΕΘΝΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΣΙΑΣ

Η συγκεκριμένη μελέτη σκοπό έχει να εξετάσει τις ομοιότητες και διαφορές δύο ρευμάτων πρωτοποριακού κινηματογράφου σε δύο διαφορετικές χώρες της Ασίας, οι οποίες συνδέονται ιστορικά και αλληλεπιδρούν πολιτισμικά. Ποια ζητήματα θίγονται σε αυτές τις ταινίες; Πως εκπροσωπούνται οι χώρες και οι κοινωνίες τους; Πόσο επηρεάζει το κοινωνικοπολιτικό συμφραζόμενο την καλλιτεχνική έκφραση; Και εν τέλει, τι θεωρείται κινηματογραφική πρωτοπορία στην εκάστοτε περίπτωση και πως προκύπτει; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτηματικά που τίθενται στην παρούσα έρευνα.

Στη συγκεκριμένη παρουσίαση θα εξεταστεί τόσο η διαδικασία σύλληψης του κεντρικού θέματος της εν λόγω μελέτης, όσο και τα πρακτικά στοιχεία της. Η συλλογή του υλικού, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε, η διαδικασία πραγματοποίησης, οι δυσκολίες που προκύπτουν θα αποτελέσουν καίρια σημεία, όπως επίσης και η πρόοδος της εργασίας έως τώρα και οι στόχοι που έχουν τεθεί για το μέλλον.

**   Η φωτογραφία είναι στιγμιότυπο από την ταινία του Shohei Imamura, The Pornographers του 1966 και διευθυντής φωτογραφίας της ταινίας ο Shinsaku Himeda. Τα πνευματικά δικαιώματα της ταινίας υπάγονται στην Criterion/Janus Films.

09/03, ΧΡΗΣΤΟΣ ΞΕΝΟΣ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ 1942-1990: ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Αντικείμενο της παρουσίασής μας είναι η μεθοδολογία της διατριβής μας. Η έρευνά μας είναι πολυμεθοδολογική. Ο σκοπός της είναι η διερεύνηση και η χαρτογράφηση του ελληνικού κινηματογράφου την περίοδο 1942-1990 κάτω από το πρίσμα της παραγωγικής του διαδικασίας, που ελάχιστα έχει μελετηθεί, μέσα από το θεωρητικό μοντέλο του φορντισμού/μεταφορντισμού, υιοθετώντας μια κοινωνιολογική οπτική της παραγωγής της κουλτούρας (production of culture) (Peterson, 1976), την οπτική του κόσμου της τέχνης (Becker, 1982), αλλά και λαμβάνοντας υπόψη μας την αλλαγή προσέγγισης που συστήνει ο Caldwell (2008) και οι σπουδές στην παραγωγή (production studies) (Mayer, Banks & Caldwell, 2009) στις έρευνες για την παραγωγική διαδικασία των κινηματογραφικών βιομηχανιών, προς ένα μικροεπίπεδο Χρήστος Ξένος Η Ελληνική Κινηματογραφική Παραγωγή: 1942-1990. Πολιτισμικές και παραγωγικές μεταβολές Μεθοδολογία/Περίληψη 2 2 ανάλυσης της κουλτούρας της παραγωγής (culture of production). Ο συνδυασμός μικροσκοπικής και μακροσκοπικής θεώρησης γύρω από την ελληνικό κινηματογράφο αναπτύσσει μία νέα προσέγγιση, ελπίζοντας στην πληρέστερη ανάλυση και κατανόηση των παραγωγικών μεταβολών και εξελίξεων στην κινηματογραφικό χώρο. Η γενική μας μεθοδολογική προσέγγιση ασκείται στο πλαίσιο της ποιοτικής κοινωνικής έρευνας και τα όποια ποσοτικά στοιχεία χρησιμοποιήσαμε (π.χ. στοιχεία για το ελληνικό box-office κ.ά.) αντλούνται είτε από τη βιβλιογραφία είτε από πρωτογενείς πηγές της έρευνάς μας (περιοδικά εποχής όπως Τα Θεάματα, κ.ά.). Επιπλέον, μετά από ενδελεχή βιβλιογραφική έρευνα, για να συλλέξουμε εμπειρικά δεδομένα χρησιμοποιήσαμε αρχειακή έρευνα, γραπτό και οπτικό υλικό, καθώς και συνεντεύξεις συντελεστών της παραγωγικής διαδικασίας, μία μέθοδος που συχνά χρησιμοποιείται και στις σύγχρονες μελέτες για την παραγωγική διαδικασία των κινηματογραφικών βιομηχανιών. Οι ποιοτικές συνεντεύξεις που πραγματοποιήσαμε, είχαν ως ειδικότερο κριτήριο επιλογής τον κομβικό ρόλο των ανθρώπων αυτών στον κινηματογραφικό χώρο, ώστε να έχουμε σκόπιμη δειγματοληψία για να απαντηθούν τα ερευνητικά μας ερωτήματα. Συμπληρωματικά με τις συνεντεύξεις προσφύγαμε σε πρωτογενείς πηγές, αρχεία εταιριών, προσωπικά αρχεία, βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, συνεντεύξεις συντελεστών σε τηλεοπτικά δίκτυα, σε περιοδικά εποχής, σε δεκάδες βιβλία που προσέγγισαν την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή με διαφόρους τρόπους, ακαδημαϊκού ή ακόμα και δημοσιογραφικού χαρακτήρα, ελπίζοντας να καλύψουμε και τα κενά που διαχρονικά υπάρχουν γύρω από την ελληνική κινηματογραφική παραγωγή. Συνδυάζονται έτσι τα τεκμήρια κρατικής προέλευσης (π.χ. νόμοι, προεδρικά και νομοθετικά διατάγματα, για το θεσμικό πλαίσιο του κινηματογράφου), ιδιωτικής προέλευσης (αρχεία οργανισμών και εταιριών, όπως π.χ. της Φίνος Φιλμ, κ.ά.), υλικό των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (π.χ. περιοδικά), αλλά και διαδικτυακά τεκμήρια (επίσημοι ιστότοποι π.χ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, κ.ά.). Από την αρχειακή έρευνα αποκομίσαμε στοιχεία (αποκλειστικά συμβόλαια ηθοποιών, αιθουσαρχών, ντεκουπαρισμένα σενάρια, ισολογισμούς κλπ.), που πιστοποιούν πτυχές του φορντισμού (τυποποίηση, κάθετη ολοκλήρωση, λογοκρισία, κ.ά.), του μεταφορντισμού (ευέλικτη και ανεξάρτητη παραγωγή, εργασιακές μεταβολές και δομή, κ.ά.), της παραγωγής της κουλτούρας του Peterson και των μοντέλων των Becker και Caldwell (δομή οργάνωσης, εταιρικές δομές, Χρήστος Ξένος Η Ελληνική Κινηματογραφική Παραγωγή: 1942-1990. Πολιτισμικές και παραγωγικές μεταβολές Μεθοδολογία/Περίληψη 3 3 επαγγελματικές πρακτικές κ.ά.). Παράλληλα, οπτικό υλικό (π.χ. παλαιές τηλεοπτικές συνεντεύξεις, κ.ά.) και οι συνεντεύξεις συμπληρώνουν και αναδεικνύουν επιπρόσθετα το σύμπλεγμα των διαδικασιών της παραγωγής, την κουλτούρα της παραγωγής, τις δημιουργικές αποφάσεις και επιλογές, την απασχόληση και δομή της παραγωγικής διαδικασίας. Η έρευνα του νομοθετικού πλαισίου επιπλέον, αποτέλεσε μία ακόμα πηγή για τη φορολογία, τις οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, τα θεσμικά όρια, που επιδρούν στην παραγωγική διαδικασία του κινηματογράφου. Αναλύοντας ενδελεχώς τις παραπάνω πτυχές, θα αναδείξουμε ένα χρήσιμο πολυμεθοδολογικό πλαίσιο προσέγγισης γύρω από την παραγωγική διαδικασία του ελληνικού κινηματογράφου.

** *φωτογραφία: "οι ουρανοί είναι δικοί μας", 1953, back stage  

**

23/03, EΛΕΝΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΗ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ: Η ΧΡΗΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΟΚΩΜΗΣ.

Έναν αιώνα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, οι Ποντοκωμήτες καλούνται να αντιμετωπίσουν μια «δεύτερη προσφυγιά», αντίστοιχη με εκείνη των προγόνων τους. Στην παρούσα διατριβή διερευνάται η έννοια του πολιτισμικού τραύματος, με μελέτη περίπτωσης τους κατοίκους της Ποντοκώμης. Παράλληλα διερευνάται η έννοια της μνήμης, στην επεξεργασία του τραύματος μέσω περιβαλλόντων εικονικής πραγματικότητας (VR).

23/03, ΝΙΚΟΣ ΛΟΥΡΑΝΤΟΣ, Η ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ ΩΣ ΜΕΣΟ ΥΠΟΜΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΦΗΣ ΤΩΝ ΑΠΟΔΗΜΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ: ΚΥΘΗΡΑ -ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ 1950-1970

Οι καρτ ποστάλ είναι, συνήθως τουριστικά αντικείμενα. Στην εργασία αυτή αντιμετωπίζονται τελείως διαφορετικά από την συνηθισμένη τους ιδιότητα. Μελετώνται ως πολιτιστικά αντικείμενα, που γίνονται εργαλείο αναζήτησης της Νοσταλγίας του Μετανάστη. Μέσα από αυτήν προσπαθούμε να ανακαλύψουμε όλα εκείνα τα στοιχεία που μετέτρεψαν τους Έλληνες μετανάστες σε κομμάτι της νέας τους πατρίδας, κρατώντας όμως την ιδιαιτερότητα της καταγωγής. Χρησιμοποιώντας στοιχεία από μια από τις μεγαλύτερες απόδημες Ελληνικές μεταναστευτικές ροές, εκείνης των Κυθήρων και ειδικά κατά την περίοδο 1950-1970, προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε τις επιπτώσεις που είχε η λήψη των καρτ ποστάλ από τον μικρότοπο καταγωγής σε αυτούς τους ανθρώπους, κυρίως, αλλά και τους επιγόνους τους. Η έρευνα χρησιμοποίησε μια εμπειρική προσέγγιση σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα υλικού, με γνώμονα την άποψη πως το αυτό χρειαζόταν πρωτίστως μια ποιοτική αντιμετώπιση, και ακόλουθα μια ποσοτική ανάλυσή συμπληρωματικά, ώστε να παραχθεί μια ολοκληρωμένη άποψη του όλου αφού, εκτός από την σημειωτική ερμηνεία των καρτ-ποστάλ, αντλεί από μια έρευνα ερωτηματολογίου αλλά και με ελεύθερες συζητήσεις, που έγιναν με μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς, και επίσης μέσα από μια προσωπική εθνογραφική οπτική. Έγινε προσπάθεια τα βιώματα αυτών των ανθρώπων να αναλυθούν και να συνδυαστούν με την έρευνα. Η εργασία, τέλος, περιστρέφεται γύρω από το βασικό συναίσθημα των μεταναστών, εκείνο που διαποτίζει την ύπαρξή τους και δίνει νόημα σ’ αυτήν: την Νοσταλγία.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

08/02, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΧΑΡΤΖΟΥΛΑΚΗ, ΧΡΗΣΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΩΝ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ: ΘΕΣΜΙΚΕΣ, ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ.

Η χρήση αρχαιολογικών μνημείων και χώρων στην Ελλάδα ρυθμίζεται από τις
διατάξεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας και ανήκει στην αρμοδιότητα της
αρχαιολογικής υπηρεσίας. Κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών
ως προς τη χρήση των αρχαιολογικών μνημείων και χώρων διαδραματίζει το
Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, όργανο αρμόδιο να γνωμοδοτεί για όλα τα
σημαντικά ζητήματα που αφορούν την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς.
Έτσι, η παραχώρηση της χρήσης των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων
γίνεται κάτω από αυστηρούς όρους και ελέγχεται στενά από τη διοίκηση, με σκοπό
αφενός την προστασία των αρχαιοτήτων από την πρόκληση υλικής φθοράς, και
αφετέρου τη διαφύλαξη της συμβολικής τους σημασίας. Η σημασία αυτή απορρέει
από τη σύνδεση των αρχαιοτήτων με τη διαμόρφωση ιστορικής συνείδησης και
εθνικής ταυτότητας στην Ελλάδα. Ως εκ τούτου, θέματα που αφορούν τις χρήσεις
αρχαιολογικών μνημείων και χώρων, απασχολούν συχνά την κοινή γνώμη και πολλές
φορές γίνονται αντικείμενο δημόσιου διαλόγου και αντιπαράθεσης, όπως φαίνεται
από σχετικά δημοσιεύματα και αναρτήσεις στον Τύπο και στα μέσα κοινωνικής
δικτύωσης. Στην παρουσίαση αυτή, θα εξετάσουμε τη νομοθεσία και το θεσμικό
πλαίσιο σχετικά με την παραχώρηση χρήσης αρχαιολογικών μνημείων και χώρων.
Στη συνέχεια, αξιοποιώντας ευρήματα από έρευνα στο αρχείο πρακτικών και
γνωμοδοτήσεων του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου και δημοσιεύματα του
Τύπου, θα εστιάσουμε στη διοικητική πρακτική, και θα επιχειρήσουμε να
αναδείξουμε ιδεολογικές και πολιτικές όψεις του ζητήματος, μέσα από παραδείγματα
σχετικά με τη χρήση των αρχαίων θεάτρων, και την κινηματογράφηση και
φωτογράφηση σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία.

08/02, ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΡΓΩΝ ΤΕΧΝΗΣ

© Diadrasis, 2018. Εκπαιδευτική δράση "Tanagra Express"

Η συντήρηση αποτελεί μέρος των δραστηριοτήτων διαχείρισης της πολιτισμικής κληρονομιάς και εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της προστασίας της. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια φιλοσοφική μετατόπιση από την επιστημονικά αντικειμενική, βασισμένη στα υλικά, συντήρηση προς την αναγνώριση πως πρόκειται για μια κοινωνικά κατασκευασμένη δραστηριότητα με πολλά ενδιαφερόμενα μέλη. Σταδιακά υιοθετείται μια περισσότερο εξωστρεφής στάση, η οποία εκδηλώνεται κυρίως με δραστηριότητες «μύησης» του κοινού στον «αθέατο» κόσμο της συντήρησης, αλλά και με προσπάθειες εφαρμογής ενός συμμετοχικού μοντέλου λήψης αποφάσεων.

Η συγκεκριμένη διατριβή αφορά τη μελέτη της συντήρησης ως μέσου ερμηνείας και επικοινωνίας και τη διερεύνηση των προοπτικών για δημόσια συμμετοχή και συμπερίληψη στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο πλαίσιο της ελληνικής πραγματικότητας. Η έρευνα περιλαμβάνει τη μελέτη της σχέσης του κοινού με τη συντήρηση και των παραγόντων που τη διαμορφώνουν και την αξιολόγηση δράσεων εξωστρέφειας με επίκεντρο τη συντήρηση. Προσεγγίζοντας διεπιστημονικά τα παραπάνω ζητήματα, η διατριβή αποσκοπεί να συνεισφέρει στη θεμελίωση ενός θεωρητικού και μεθοδολογικού υπόβαθρου για το σχεδιασμό επικοινωνιακών πρακτικών. Καθώς η διατριβή βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, η συγκεκριμένη εισήγηση εστιάζει κυρίως στον ερευνητικό σχεδιασμό.

22/02, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΒΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, “ENGAGEMENT” ΚΑΙ “LISTENING”: ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΑΞΟΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΟΧΗ.


Linking IT Metrics to Business Value. Source:  https://futureofsourcing.com/sites/default/files/styles/juicebox_medium/public/articles/Linking%20IT%20Metrics%20to%20Business%20Value%20624x325.jpg?itok=J4m-oOpE

Ποιος ο ρόλος των αριθμών στην Δημοσιογραφία και πώς απαντούν ή συνεπικουρούν στην συζήτηση περί κρίσης; Με μια χρονική αλληλουχία γίνεται αναφορά στον τρόπο που οι αριθμοί και οι μετρήσεις οδήγησαν και καθοδήγησαν την δημοσιογραφική πράξη τα τελευταία έτη.

22/02, ΣΟΦΙΑ ΜΕΣΣΗΝΗ, ΕΞΟΡΥΞΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ – ΣΚΙΑΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η διδακτορική μου διατριβή εστιάζεται στην ανάλυση μεγάλων δεδομένων με την χρήση υπολογιστικών προγραμμάτων και στοχεύει στην ανάδειξη και ερμηνεία της κοινής γνώμης. Ο αφουγκρασμός της ανέκαθεν είχε ιδιαίτερη σημασία, ωστόσο τα τελευταία χρόνια η «φωνή του λαού», έχει αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική, δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών που διαμορφώθηκαν μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Μερικά από τα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής, ήταν η ριζική αλλαγή του πολιτικού σκηνικού της Ελλάδας, κόμματα «κομήτες» που βγήκαν στο προσκήνιο, ενώ διαφάνηκε το τέλος του δικομματισμού και η άνοδος των μικρών κομμάτων.
Κεντρικός άξονας της διατριβής, είναι ν’ αναδείξει σε πραγματικό χρόνο τη «φωνή του λαού»,  η οποία μεθοδολογικά καταγράφεται μέσα από τη συλλογή, επεξεργασία και οπτικοποίηση των δεδομένων που προέρχονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και κυρίως από το twitter. Να ερμηνεύσει την πολιτική συμπεριφορά των πολιτών και να απαντήσει σε ερωτήματα όπως ποια πολιτική οδήγησε σε αυτή την ενέργεια, αντίδραση ή επιλογή. Η ανάλυση μεγάλων δεδομένων αποτελεί ένα νεωτεριστικό τρόπο μελέτης περιπτώσεων, μια εκσυγχρονισμένη αλλαγή, πέραν της κλασικής μεθοδολογίας. Η έρευνα αυτή, θα δείξει τη χρησιμότητα της Επιστήμης των Δεδομένων στον κλάδο της Πολιτικής Επιστήμης που ονομάζεται Πολιτική Επικοινωνία.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ

13/01, ΜΑΞΙΜΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

«ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΨΗΦΙΑΚΩΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΜΙΑ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΨΗΦΙΑΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ»

Τα ψηφιακά παιχνίδια ανήκουν στην πιο σύγχρονη και συνεχώς εξελισσόμενη δημιουργική βιομηχανία του ψηφιακού γίγνεσθαι. Την προηγούμενη δεκαετία (2010-2019) παρατηρείται δραματική αύξηση εταιρειών υπεύθυνων για την ανάπτυξη ψηφιακών παιχνιδιών, με προέλευση χώρες που δεν είχαν σημαντική παρουσία στη βιομηχανία ψηφιακών παιχνιδιών. Παράλληλα, η Ευρώπη φιλοξενεί έναν σπουδαίο αριθμό ποιοτικών ανεξάρτητων στούντιο, πολλά εκ των οποίων έχουν ήδη γνωρίσει ιδιαίτερα σημαντική απήχηση και καταξίωση στη διεθνή αγορά παιχνιδιών.
Η συνθήκη αυτή έχει ωθήσει την ενασχόληση με τις τοπικές μελέτες παιχνιδιών (local game studies), οι οποίες αντιπαρατίθενται στις παγκοσμιοποιημένες αφηγήσεις που θέλουν τις Η.Π.Α. και την Ιαπωνία ως τις ηγεμονικές δυνάμεις με ειδίκευση στην ανάπτυξη παιχνιδιών, καθώς έχει αρχίσει να ερευνάται η σημαντικότητα της «καταγωγής» και του τόπου (χώρα/πόλη/περιφέρεια) παραγωγής των συγκεκριμένων πολιτιστικών προϊόντων. Παράλληλα, η δημιουργικότητα της εργασίας που απαιτείται, κυρίως δε οι οικονομικές δυνατότητες και απολαβές που επακολουθούν, έχουν προξενήσει το ενδιαφέρον κυβερνητικών πολιτικών. Από τη μελέτη της πολιτιστικής πολιτικής μιας χώρας, προκύπτουν πολλά συμπεράσματα σχετικά με τις συνθήκες ανάπτυξης των παιχνιδιών, μέσα από την παραχώρηση ή την άρνηση υποστήριξης, τον ρυθμιστικό έλεγχο ή την απουσία του, όπως και την έκταση που η δημιουργία τους προσδίδει συμβολικά νοήματα και εμπειρίες.
Η έρευνα που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της πρόσφατα εγκεκριμένης πρότασης διδακτορικής διατριβής που παρουσιάζεται στην παρούσα εκδήλωση, πραγματεύεται την ανάπτυξη ψηφιακών παιχνιδιών στη Μεσόγειο και την αντίστοιχη πολιτιστική πολιτική που υιοθετούν οι χώρες της περιοχής σχετικά, όπως και τις αντίστοιχες εθνικές δημιουργικές βιομηχανίες τους. Τόσο στην Ευρωπαϊκή της πλευρά όσο και στην Αραβική, η Μεσόγειος απαρτίζεται από εκατοντάδες ανεξάρτητες εταιρείες και στούντιο παιχνιδιών που, όπως θα προσπαθήσω να αναδείξω, αποτελούν μία νέα δημιουργική δύναμη για την περιοχή. Στο πλαίσιο της διατριβής, θα επιχειρηθεί η μελέτη παραγωγής και η χαρτογράφηση των δημιουργικά υπεύθυνων για την ανάπτυξη παιχνιδιών, που δραστηριοποιούνται στο Μεσογειακό χώρο. Παράλληλα θα διερευνηθεί υπό ποιες μορφές και σε ποιο επίπεδο οι πολιτικές των κρατικών σωμάτων και των διεθνικών οργανισμών διέπουν, ή όχι, αυτήν τη σύγχρονη ικμάδα νεώτερου ψηφιακού πολιτισμού της Μεσογείου, συνθήκη που αποτελεί πολύ σημαντικό παράγοντα για την αναλυτική ανάπτυξη της μελέτης. Διερευνώντας συγκριτικά στο εν λόγω περιβάλλον το πεδίο  παραγωγής παιχνιδιών όπως και την πολιτιστική πολιτική που υιοθετείται θα αναζητηθούν οι κύριες ομοιότητες και διαφορές ανά εθνική προσέγγιση. Σκοπός είναι να συνταχθεί μία πρόταση για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου δικτύου συνεργασίας και συμπαραγωγών, μεταξύ των δρώντων που ανήκουν στην περιοχή της Μεσογείου.
Δεδομένου ότι ακόμα η έρευνα βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, στην εν λόγω παρουσίαση θα δοθεί έμφαση στα εξής σημεία: αρχικά, θα παρουσιάσω την πρόταση διατριβής, τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε, τα βασικά της ερωτήματα  και κάποια πρώτα ευρήματα. Στη συνέχεια, θα αναδείξω το πρώιμο σχεδιάγραμμα των περιεχομένων της βιβλιογραφικής επισκόπησης, ώστε να εκφραστούν κάποιες σκέψεις σχετικά με το περιεχόμενο κάθε κεφαλαίου που θα αναπτυχθεί. Τέλος, θα αναφερθώ στους κυριότερους προβληματισμούς μου γύρω από τα μελλοντικά ερευνητικά βήματα με σκοπό πιθανή δημιουργική συζήτηση σχετικά με την εκδοχή ορθής αντιμετώπισης τους.
Λέξεις-κλειδιά: πολιτιστικές βιομηχανίες, ψηφιακά παιχνίδια, πολιτιστική πολιτική, Μεσόγειος, παραγωγή της κουλτούρας.

13/01, ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΔΑΡΓΩΝΑΚΗ

«ΤΟ GAMING ΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΘΕΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΨΥΧΗΣ
ΣΤΟΝ ΨΗΦΙΑΚΟ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ»

Το διαδίκτυο και οι ψηφιακές τεχνολογίες έχουν επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στη μεθοδολογία μίας έρευνας. Αφενός προσφέρουν καινούρια εργαλεία για τη συλλογή και την ανάλυση των δεδομένων, εργαλεία που απαιτούν εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις και με τα οποία ο μελετητής καλείται να εξοικειωθεί. Αφετέρου διαμορφώνουν νέα κοινωνικά και πολιτισμικά φαινόμενα, που οδηγούν σε κάποια αναθεώρηση των παραδοσιακών μεθοδολογικών εννοιών, εξελίσσοντάς τες. Το επαγγελματικό gaming, η παραγωγή δηλαδή εμπορικού θεάματος κατά την κατανάλωση του περιεχομένου των βιντεοπαιχνιδιών, συνιστά ακριβώς ένα τέτοιο φαινόμενο, με συνέπεια η ερευνητική του προσέγγιση να εγείρει αξιοσημείωτες μεθοδολογικές προκλήσεις: Ο άυλος χαρακτήρας του, η νεαρή του ηλικία, η ανάδυσή του σε έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ παραγωγής, κατανάλωσης, εργασίας και διασκέδασης και η συνακόλουθη απουσία θεσμών και συμβατικών σημείων αναφοράς, που έχουν καθιερωθεί για τον χαρακτηρισμό κάποιου ως επαγγελματία, δυσχεραίνουν ακόμα και τον ίδιο τον καθορισμό του σε τι ακριβώς συνίσταται το φαινόμενο.
Έτσι, η ερευνητική προσέγγιση του επαγγελματικού gaming στην Ελλάδα στο πλαίσιο της διατριβής μου έπρεπε να είναι ευέλικτη και πολυεπίπεδη, όπως και το φαινόμενο που καλείται να εξετάσει. Διαμορφώθηκε επομένως ένα πολυμεθοδολογικό σχέδιο έρευνας που περιλαμβάνει πρώτα από όλα Ανάλυση Κοινωνικών Δικτύων, μια τεχνική που, αξιοποιώντας τη Θεωρία Κοινωνικών Δικτύων και τη Θεωρία Γραφημάτων, χρησιμοποιείται για την απεικόνιση των σχέσεων ανάμεσα σε διάφορες κοινωνικές οντότητες και για την περιγραφή των μοτίβων και των επιπτώσεων αυτών των σχέσεων. Μια τέτοια επιλογή επέτρεψε την οριοθέτηση του φαινομένου και την αποσαφήνιση όλων των διαφορετικών συντελεστών που συμμετέχουν σε αυτό, ενώ έκανε εφικτό να προσδιοριστούν εκείνοι οι παράγοντες της ελληνικής σκηνής που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη διάχυση πληροφοριών και στον καθορισμό τάσεων.
Μία τέτοια κατάταξη με βάση την επιδραστικότητα αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για τη δειγματοληψία των παικτών-παρουσιαστών και των υπόλοιπων παραγόντων που αποτέλεσαν τα υποκείμενα τα οποία μελετήθηκαν συστηματικά στη δεύτερη φάση της έρευνας, δηλαδή στη συστηματική εθνογραφική παρατήρηση του πεδίου. Αναλυτικότερα, η εθνογραφία αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο για τη μελέτη της ψηφιακής κουλτούρας συνηθίζεται ιδιαίτερα στην έρευνα που αφορά στη διαμεσολαβημένη από τον υπολογιστή επικοινωνία, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις σπουδές που ασχολούνται με τα βιντεοπαιχνίδια. Ταυτόχρονα, συνιστά έναν τρόπο προσέγγισης συμπεριφορών, στάσεων και απόψεων που δεν είναι εύκολα ορατές με άλλες μεθόδους. Επιπρόσθετα, η εθνογραφία βασίζεται κατά κύριο λόγω στη συμμετοχική παρατήρηση, αλλά είναι αρκετά ευέλικτη ώστε να μπορεί να ενσωματώσει και άλλα μεθοδολογικά εργαλεία.
Ακόμα, με στόχους  την αποσαφήνιση του πώς οι παίκτες-παρουσιαστές αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή τους στον χώρο, την ευρύτερη κατανόηση της συμβολής διαφορετικών παραγόντων στη σταδιακή τυποποίηση του φαινομένου, καθώς και την κατανόηση του τρόπου που αναπτύσσεται ο κυρίαρχος λόγος περί επαγγελματικού gaming στην Ελλάδα, έγιναν δεκατέσσερις ημιδομημένες σε βάθος συνεντεύξεις με παίκτες-παρουσιαστές και άλλους παράγοντες, ενώ πραγματοποιήθηκε θεματική ανάλυση περιεχομένου στα άρθα των επιδραστικότερων για το 2017 μέσων ενημέρωσης που ασχολούνται συστηματικά με το gaming. Τέλος, δημιουργήθηκε ερωτηματολόγιο με βάση το θεωρητικό μοντέλο των χρήσεων και ικανοποιήσεων, το οποίο και προωθήθηκε σε διαδικτυακές κοινότητες θεατών που παρακολουθούν τη σκηνή, έτσι ώστε να διαφανούν οι προσδοκίες τους και οι λόγοι ενασχόλησης με τη νέα αυτή μορφής ψυχαγωγίας.

27/01, AΘΗΝΑ ΣΙΜΑΤΟΥ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΕΝΟΠΛΕΣ ΣΥΡΡΑΞΕΙΣ

 Η παρούσα διδακτορική διατριβή στοχεύει στο συγκερασμό δύο διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, της δημοσιογραφίας αφενός και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αφετέρου. Με μεθοδολογικά εργαλεία τη μελέτη περίπτωσης, την ανάλυση αφήγησης και τη συγκριτική μελέτη διερευνά αν η αφήγηση χρησιμοποιείται από τους δημοσιογράφους, προκειμένου αυτοί να μιλήσουν για γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα στις εμπόλεμες συρράξεις και σχετίζονται με ζητήματα παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ειδικότερα, εστιάζοντας σε μία ένοπλη σύρραξη, εν εξελίξει, και σε αφηγήσεις δημοσιογραφικών οργανισμών διεθνούς εμβέλειας συλλέγει ερευνητικό υλικό, του οποίου η μελέτη γίνεται σε τρία στάδια: Κάθε δημοσιογραφική αφήγηση αναλύεται ως αφήγηση αυτή καθαυτή, ως μέρος ενός συνόλου αφηγήσεων ενός δημοσιογραφικού οργανισμού και ως μέρος ενός συνόλου αφηγήσεων ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού πλαισίου. Έτσι, μέσα από την εις βάθος ανάλυση του εμπειρικού υλικού, η έρευνα προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα αν, εν τέλει, οι δημοσιογράφοι εντάσσουν στις αφηγήσεις τους ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων διακυβευομένων στις ένοπλες συρράξεις.

27/01, ΒΑΣΙΑ ΤΣΩΤΣΟΥ, ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΜΗ ΛΕΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής είναι η ανάδειξη των Δημοσίων Πολιτικών στην Εκπαίδευση μέσα σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Η έρευνα φιλοδοξεί να μελετήσει θεωρητικά τη παραπάνω θεματική επιχειρεί όμως και σε ένα δεύτερο στάδιο να μελετήσει νέες επικοινωνιακές πρακτικές και να προτείνει μια εκπαιδευτική παρέμβαση μέσα από μια πρακτική μη λεκτικής επικοινωνίας. Το όλο εγχείρημα επιδιώκει να προσεγγίσει με νέα εργαλεία και βιωματικά μέσα τη σχολική κοινότητα εστιάζοντας στην αμοιβαία επικοινωνία και επαφή των μαθητών που μοιράζονται  κοινές εμπειρίες σε μεικτά πολιτισμικά σχολικά περιβάλλοντα.


Πρόκειται για μια ανάγνωση της εκπαίδευσης, η οποία θα χρειαστεί να χαρτογραφήσει τις ιστορικές και κοινωνικές αφετηρίες από τις οποίες προήλθε. Οι αλλαγές στον χώρο της πολιτικής, της οικονομίας, της επιστήμης και της επικοινωνίας, δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστο το περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνεται το εκάστοτε πλαίσιο εκπαιδευτικής πολιτικής. Ο στοχασμός εκκινεί επομένως από τη μελέτη των Δημοσίων Πολιτικών στην Εκπαίδευση ως αντικείμενο πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας, προεκτείνεται όμως και στη σφαίρα των σύγχρονων παιδαγωγικών προσεγγίσεων για να καταλήξει στον ρόλο της τέχνης και της βιωματικής μάθησης στο χώρο του σχολείου. Το πεδίο δε μπορεί παρά να είναι διεπιστημονικό και να αγγίζει θεωρητικά και πρακτικά παραπάνω από έναν επιστημονικούς χώρους.


Η κεντρική προβληματική που απασχολεί την παρούσα διατριβή, στοχεύει στο να αναδείξει νέες επικοινωνιακές πρακτικές για τη σχολική κοινότητα και να προτείνει μια εκπαιδευτική παρέμβαση μέσα από μια πρακτική μη λεκτικής επικοινωνίας. Το όλο εγχείρημα επιδιώκει να προσεγγίσει με νέα βιωματικά εργαλεία τη σχολική κοινότητα και να εστιάσει στην αμοιβαία επικοινωνία και επαφή των μαθητών σε μεικτά πολιτισμικά σχολικά περιβάλλοντα. Για τον λόγο αυτό προτείνεται από την ερευνήτρια η χρήση του υλικού της σαπουνόφουσκας ως εκπαιδευτικό μέσο, σε συνθήκες μεικτής πολιτισμικής συνύπαρξης. Η πρακτική αυτή παραθέτει στον δημόσιο λόγο μια ανοιχτή πρόταση, άμεσα συνδεδεμένη με το πεδίο της εμπειρικής γνώσης και φυσικά της κοινωνικής επιστήμης, ενώ υπογραμμίζεται παράλληλα η απελευθερωτική αξία του παιχνιδιού μέσα στην εκπαιδευτική κοινότητα.


Η παρέμβαση της Ιδέας του παιχνιδιού με τη σαπουνόφουσκα στον χώρο της εκπαίδευσης, αποτελεί μια πρωτοτυπία, στο βαθμό που η ίδια συνδέεται με την κοινωνική και πολιτική καινοτομία. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα εργαλείο επανασχεδιασμού των κοινωνικών σχέσεων μέσα σε μια σχολική κοινότητα πολυμορφικού χαρακτήρα. Αξιολογώντας το πεδίο από τη σκοπιά μιας καθαρά συμμετοχικής διαδικασίας, η προοπτική ανάγνωσης μιας παιγνιώδους διάθεσης μετουσιώνεται στη προοπτική ανάδειξης ενός επικοινωνιακού μέσου και τελικά η ιδέα του παιχνιδιού με τη σαπουνόφουσκα αποκτά λειτουργικό χαρακτήρα και εφαρμοσμένη μέθοδο στο χώρο της δημιουργικής επικοινωνιακής πρακτικής.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

07/12, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΕΡΜΑΤΑ

«ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ - ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ»

Η  διδακτορική διατριβή έχει ως ερευνητικό αντικείμενο τη σχέση Κοινωνικής - Συναισθηματικής Νοημοσύνης (ΚΣΝ) και Εικονογραφημένου Βιβλίου για παιδιά. Ειδικότερα μελετά τις αναπαραστάσεις των δεξιοτήτων ΚΣΝ στα  εικονογραφημένα βιβλία για παιδιά σε δυο επίπεδα: στο επίπεδο της δημιουργίας και στο επίπεδο της ερμηνείας. Αναλύοντας τα βραβευμένα εικονογραφημένα βιβλία Ελλήνων δημιουργών που κυκλοφόρησαν την περίοδο 2014-2017 και διακρίθηκαν στους τρεις μεγαλύτερους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που διεξάγονται στην χώρα και στις απόψεις των δημιουργών τους (συγγραφέων και εικονογράφων), σκιαγραφείται το Κοινωνικό Συναισθηματικό Προφίλ (ΚΣΠ) σύγχρονων λογοτεχνικών χαρακτήρων και μελετώνται τα στοιχεία εκείνα, σε επίπεδο λέξεων και εικόνων, που συνθέτουν αυτό το προφίλ. Παράλληλα, μέσα από την εφαρμογή ενός προγράμματος αναγνώσεων επιλεγμένων από τα βραβευμένα βιβλίων, επιχειρείται η προσέγγιση των στοιχείων εκείνων που τα παιδιά προσχολικής ηλικίας ερμηνεύουν ως δηλωτικά των δεξιοτήτων ΚΣΝ και ο τρόπος που αντιλαμβάνονται τις δεξιότητες αυτές κατά την ανάγνωση εικονογραφημένων βιβλίων. Η παρουσίαση εστιάζει στον ερευνητικό σχεδιασμό (θεωρητικές προσεγγίσεις, ερωτήματα, μεθοδολογία) και την έως τώρα πορεία της έρευνας (ερευνητικές διαδικασίες, καταγραφές, συνεντεύξεις, εκπαιδευτική παρέμβαση, δυσκολίες, προσαρμογές ερευνητικού σχεδιασμού, παρουσιάσεις, δημοσιεύσεις).


Λέξεις κλειδιά:  Κοινωνική – Συναισθηματική Νοημοσύνη, εικονογραφημένο βιβλίο, προσχολική ηλικία, Κοινωνική  Σημειωτική, παιδική λογοτεχνία   

07/12, ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟ-ΣΟΦΙΑ ΚΑΡΑΤΟΣΙΔΗ

«NΕΥΡΟΗΓΕΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ: ΕΝΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΗΓΕΤΩΝ ΒΑΣΙΣΜΕΝΟ ΣΤΙΣ ΝΕΥΡΟΕΠΙΣΤΗΜΕΣ »

Η ηγεσία είναι ένα φαινόμενο που έχει μελετηθεί και θα συνεχίσει να ερευνάται για τις επόμενες δεκαετίες. Στον τομέα της ανάπτυξης ηγετών και ηγετικών ικανοτήτων παρατηρείται μεγάλη δυσκολία στον ορισμό των στοιχείων εκείνων που είναι σημαντικά να διαθέτει ένας ηγέτης για να είναι αποτελεσματικός και να μπορεί να ανταποκρίνεται στις ρευστές και αβέβαιες συνθήκες που επικρατούν. Οι διαφορετικές θεωρητικές και πρακτικές προσεγγίσεις στον τομέα αυτό, οδηγούν στην ανάγκη περαιτέρω διαχωρισμού και διερεύνησης των κυρίαρχων ηγετικών ικανοτήτων. Από την μία πλευρά, το πρόβλημα είναι η αλληλοεπικάλυψη των ηγετικών ικανοτήτων με χαρακτηριστικά προσωπικότητας, πεποιθήσεις και αξίες. Από την άλλη πλευρά, πολλοί ερευνητές έχουν συμπεριλάβει ως ηγετικές ικανότητες, γνωστικές ικανότητες και ικανότητες ανάλυσης και σύνθεσης. Σκοπός της παρούσας διατριβής είναι να ελεγχθεί και να διερευνηθεί ποιες είναι οι γνωστικές λειτουργίες (εκτελεστικές λειτουργίες) που συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα των ηγετών λαμβάνοντας υπόψιν μεταβλητές από τον τομέα των ατομικών διαφορών (γενική νοημοσύνη, προσωπικότητα και συναισθηματική νοημοσύνη) οι οποίες σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία συμβάλουν στην αποτελεσματικότητα των ηγετών. Το προτεινόμενο εννοιολογικό μοντέλο της διατριβής υποθέτει ότι οι  εκτελεστικές λειτουργίες προβλέπουν τα ηγετικά στυλ και ως εκ τούτου τα ηγετικά στυλ προβλέπουν την αποτελεσματικότητα στην ηγεσία. Οι ατομικές διαφορές επομένως θεωρούνται διαμεσολαβητική μεταβλητή μεταξύ των εκτελεστικών λειτουργιών, των ηγετικών στυλ και της αποτελεσματικότητας στην ηγεσία. Η παρούσα έρευνα συμβάλει στην διερεύνηση του γνωστικού προφίλ των ηγετών. Σε εφαρμοσμένο και οργανωσιακό επίπεδο, τα αποτελέσματα της διερεύνησης των γνωστικών λειτουργιών των ηγετών μπορούν να έχουν άμεση εφαρμογή στον τομέα της επιλογής του ανθρώπινου δυναμικού σε ηγετικές θέσεις και στον τομέα της ανάπτυξης των κατάλληλων ηγετικών δεξιοτήτων.
Λέξεις κλειδιά: ηγεσία, ανάπτυξη ηγετών, γνωστικές νευροεπιστήμες, εκτελεστικές λειτουργίες, συναισθηματική νοημοσύνη, ατομικές διαφορές

21/12, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΕΛΕΚΗΣ: «ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ Η ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ»

Η Λογοτεχνία, ως ζωντανό παράδειγμα πολιτιστικής κληρονομιάς, αποτελεί το «μεταίχμιο» της ανθρώπινης αποτύπωσης στον χώρο και γίνεται μια πλούσια πηγή ανθρωπογεωγραφίας και πολιτισμού, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ώστε να αναδειχθεί η διάδρασή της με τα συμφραζόμενα και τη διαχρονική της πρόσληψη.

Η λογοτεχνική παραγωγή του 20ού αιώνα, που αφορά την Αθήνα και τον Πειραιά, θα μπορούσε να είναι η πηγή από την οποία θα αντληθεί ένα πρωτότυπο υλικό σχετικά με την ιστορική εξέλιξη του αστικού τοπίου. Ορίζοντας το αστικό τοπίο, εννοείται η αισθητική, αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη του χώρου, αλλά πολύ περισσότερο η ανθρώπινη παρουσία και η διαμόρφωση της συλλογικής και ατομικής ταυτότητας στον νεωτερικό κόσμο των κοινωνικών τάξεων, αντιλήψεων και ηγεμονικών τάσεων που ορίζουν την εποχή. Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι οι τόποι αποκτούν συμβολική σχέση με τον άνθρωπο και γίνονται τοπόσημα μνήμης και ανθρώπινης παρουσίας, ως δείγματα πολιτισμού.

Πεδίο έρευνας, επομένως, είναι η Αθήνα και ο Πειραιάς, ως εισδοχείς ιδεών, αξιών, αντιλήψεων τόσο από τον ευρωπαϊκό χώρο, όσο και από την ελληνική ύπαιθρο. Αποτελώντας πολυσύνθετα τοπία, με πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, και φορείς κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής συμπεριφοράς, ενώ ταυτόχρονα δεν παύουν να πρωταγωνιστούν στη διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας, δομούν ένα πολυδιάστατο, ετερογενές και παράδοξο πολιτιστικό περιβάλλον την προκειμένη περίοδο, που με αφορμή τα κείμενα του Μ. Καραγάτση, θα επιχειρηθεί να εξετασθεί διεπιστημονικά για την περίοδο 1930-1960.


Λέξεις – κλειδιά:

Αστικό Τοπίο, Λογοτεχνία, Πολιτισμός, Κουλτούρα, Μ. Καραγάτσης, Κοινωνία, Οπτικός Πολιτισμός, Αρχιτεκτονική.

21/12, ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ

 «ΤΟ ΣΥΓΚΡΟΥΣΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ ΣΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ»

Συνοπτικά θα σας έλεγα ότι η διατριβή  ασχολείται με το συγκρουσιακό τοπίο που
αναπτύσσεται σε ένα αστικό κενό, στην καρδιά της πόλης, με αφορμή το
ζήτημα της διεκδίκησης στέγης σε στεγασμένους ή μη, δημόσιους χώρους,
σε ένα κεντρικό οδικό άξονα, και συγκεκριμένα στην λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Το πεδίο έρευνας εντοπίζεται στις προσφυγικές κατοικίες στην πάνω
πλευρά της λεωφόρου και στο Πεδίον του Άρεως, στο άλλο άκρο της.

 Η συγκεκριμένη λεωφόρος ταυτόχρονα βρίθει από κτίρια σύμβολα της
επιβολής της κρατικής εξουσίας στην πόλη, όπως η ΓΑΔΑ και ο Άρειος
Πάγος.

Ξεκινάω με την παραδοχή οτι η πόλη αποτελεί διαχρονικά χώρο
ετερογένειας και ποικιλομορφίας. Μεγαλουπόλεις σαν την Αθήνα της
κρίσης, φιλοξενούν ανθρώπους κοινωνικά, εθνοτικά και πολιτισμικά
«ξένους» μεταξύ τους, επιβάλλοντας τους την συμβίωση σε ένα σκηνικό με
στερεότυπα και προκαταλήψεις που αναπόφευκτα δημιουργεί συγκρούσεις. Η
υποτίμηση της ζωής από πρώτιστο αγαθό σε ανάγκη απλής επιβίωσης
αποτελεί το εύφλεκτο υλικό των συγκρουσιακών σχέσεων που αναπτύσσονται
στον αστικό χώρο και συμβάλουν στην κοινωνική κατασκευή του
νέο-οριζόμενου τόπου. Έτσι προκύπτει ένα συγκρουσιακό τοπίο που αφορά
όλους τους συμμετέχοντες στο σχήμα του κοινωνικού διαχωρισμού και της
δυσφορίας που αναπτύσσεται απέναντι στον «άλλο» που αποτελεί την
απειλή της καθημερινότητας.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

10/11, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΓΙΑΝΟΣ

«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΤΩΝ «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ» ΚΑΙ Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΟΔΟΤΗΣΗ»

Στην παρούσα εισήγηση πρόκειται να παρουσιάσουμε ένα πολιτικό γεγονός που αγγίζει όλο το εύρος του πολιτικοκοινωνικού πεδίου, όπως είναι η διαμαρτυρία των «Αγανακτισμένων», προσδιορίζοντας το χρονικό εύρος και τη χωρική έκταση της έρευνας στη συλλογική κινητοποίηση που έλαβε χώρα στην Ελληνική επικράτεια -και πιο συγκεκριμένα στην Πλατεία Συντάγματος- το 2011, τον πρώτο μήνα εμφάνισης της διαμαρτυρίας, από την πρώτη δηλαδή συγκέντρωση της 25ης Μαΐου έως το τέλος του Ιουνίου όπου και η κινητοποίηση απομαζικοποιήθηκε μετά τη ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Νομοσχεδίου και τη βίαιη καταστολή.
Καλούμαστε να διερευνήσουμε τις πτυχές μιας νεοεμφανιζόμενης συλλογικής δράσης τόσο από θεωρητική όσο και από ερευνητική σκοπιά ώστε να συνεισφέρουμε στο διάλογο που ανοίγει στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική έρευνα.  Η συνεχής αναθεώρηση της σύγχρονης κοινωνικό - πολιτικής σκηνής, με την αλληλεπίδραση ανάμεσα σε δρώντα υποκείμενα με θεσμικό (η ελίτ κάθε κοινωνίας, οι «επαΐοντες» δηλαδή της «εξουσίας») ή μη θεσμικό ρόλο (η κοινωνία των πολιτών, η πληθυσμιακή εκείνη ομάδα που δεν έχει πρόσβαση στην «εξουσία»), κρίνει αναγκαία την επικοινωνιακή δράση που με τη σειρά της αναθεωρεί και ανασχηματίζει το κοινωνικό και το πολιτικό, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να ευδοκιμήσει η εμφάνιση ενός νέου δημόσιου χώρου που θα κάνει εφικτή την επαενεργοποίηση και τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στα πολιτικά δρώμενα.
Μια σειρά από γεγονότα, όπως είναι η ανάπτυξη της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, ο ρόλος που διαδραματίζουν τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας, που σε συνδυασμό με την «υποχώρηση» των θεσμών του δημόσιου χώρου, την επικράτηση της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, την παγκοσμιοποίηση κ.λπ. δημιουργούν μια νέα πρακτική και μια νέα αντίληψη των πραγμάτων, θέτοντας υπό αμφισβήτηση όλους εκείνους τους μηχανισμούς – στηρίγματα της σύγχρονης πραγματικότητας. Όσον αφορά στο διαμεσολαβημένο γεγονός, νοηματοδοτεί την επικοινωνιακή δράση, αναδεικνύοντας τις κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές που λαμβάνουν χώρα στο δημόσιο και ιδιωτικό χώρο του κάθε υποκειμένου. Η επικοινωνιακή δράση μας παρέχει τα –απαραίτητα– «εργαλεία» ώστε να κατανοήσουμε την κοινωνική πρακτική, θεωρώντας και ερμηνεύοντας την πολυσυνθετότητα των σύγχρονων κοινωνιών.

10/11, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΥ: 

«ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ. ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ»

Η διερεύνηση και η ανάδειξη των χαρακτηριστικών της μουσικής παραγωγής, ακρόασης και επικοινωνίας σε περιόδους έντονων κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων και αλλαγών αποτελούσε και αποτελεί ένα διεπιστημονικό πεδίο έρευνας των πολιτικών, κοινωνικών και μουσικολογικών σπουδών.

 Ιστορικά, σε εποχές με έντονη κινηματική δραστηριότητα, με αποκορύφωμα τις δεκαετίες του’60 και ’70, ο ρόλος των τραγουδιού διαμαρτυρίας ως μέσου πολιτικής επικοινωνίας, έκφρασης και προπαγάνδας που εναντιώνεται στην κυρίαρχη ιδεολογία  επιβεβαιώνει τη διαλεκτική σχέση μεταξύ δύο κατά τα άλλα διακριτών πεδίων: της μουσικής και της κοινωνίας. Τα τραγούδια διαμαρτυρίας αποτελούν μια υποκατηγορία του πολιτικού τραγουδιού και ως τέτοια φέρουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως η στιχουργική ρητορική, η εστίαση στο συναίσθημα και η παραγωγή κοινωνικού νοήματος. Τα εργατικά τραγούδια του Seeger στην Αμερική, τα τραγούδια διαμαρτυρίας ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, τα τραγούδια του Dylan, η ανάδυση της πανκ υποκουλτούρας στις εργατικές γειτονιές του Λονδίνου, η ραπ των αμερικανικών γκέτο, η εμφάνιση του φεμινιστικού πανκ συγκροτήματος  Pussy Riot στη Ρωσία, η δράση και η καταστολή του τουρκικού συγκροτήματος Grup Yorum, οι συναυλίες στην πρόσφατα εξεγερμένη Χιλή αποτελούν μερικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τη σύνδεση των τραγουδιών διαμαρτυρίας με την έκφραση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και την παρακίνηση σε συλλογικές δράσεις αντίστασης σε πολιτικά κρίσιμες περιόδους.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με έντονο πολιτικό παρελθόν και παρόν, όπου το πολιτικό τραγούδι ήταν πάντα συστατικό στοιχείο αντίστασης κατά τις περιόδους της κατοχής (1941-44), του εμφυλίου (1946-49) της δικτατορίας (1967-74), της δεκαετίας του ’80, κατά την οποία  εισάγεται η μουσική υποκουλτούρα της πανκ, και, τέλος, της περιόδου 2000-2004, όπου ελληνικά χιπ χοπ συγκροτήματα  συμμετέχουν στο κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση.

Από το 2008 και μετά, αν και  η Ελλάδα αποτέλεσε πεδίο έντονων κοινωνικοπολιτικών αλλαγών λόγω της οικονομικής κρίσης, γεγονός που την τοποθέτησε πολλές φορές στο επίκεντρο της παγκόσμιας επικαιρότητας, θα ήταν ασφαλές να υποστηρίξουμε πως  τα τραγούδια διαμαρτυρίας της περιόδου δεν είχαν την ευρεία απήχηση που είχαν τα αντάρτικα του εμφυλίου ή τα πολιτικά τραγούδια κατά τη μεταπολίτευση. Χωρίς να υπάρχει η διάθεση σύγκρισης διαφορετικών ιστορικών περιόδων ως συγκαιρινών, η σχέση των κινηματικών δράσεων με την παραγωγή πολιτικών τραγουδιών αποτελεί ένα διαχρονικό και παγκόσμιο μοτίβο το οποίο δεν μπορεί να παραλειφθεί.

Κατά την περίοδο της ελληνικής κρίσης, η βραχύβια εξέγερση του 2008, το κίνημα της πλατείας Συντάγματος, η πολιτική δολοφονία του ράπερ Παύλου Φύσσα και το προσφυγικό  απασχόλησαν τη θεματολογία της εγχώριας μουσικής παραγωγής, χωρίς όμως να αποτελέσουν, σε συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο, σημεία πολιτιστικής αναφοράς. Θεωρώντας ως δεδομένο πως το τραγούδι διαμαρτυρίας είναι παρόν, στόχος είναι η διερεύνηση των ποιητικών και μελωδικών χαρακτηριστικών του  και των αιτιών που δεν το καθιστούν πια το ίδιο δημοφιλές. Η αλλαγή της βιομηχανίας της μουσικής από το ’90 και μετά, η μορφή των νέων μέσων, η μαζική εξατομίκευση της επικοινωνίας, η μορφή των νέων κοινωνικών κινημάτων, ο τρόπος που γίνεται αντιληπτό το κίνημα τόσο από τους μουσικούς όσο και από το κοινό, η μορφή των συναυλιών, ο τρόπος παραγωγής και διανομής της μουσικής, ο τρόπος που διαμορφώνεται η πολιτική ταυτότητα του υποκειμένου στη σύγχρονη εποχή αποτελούν μερικά από τα στοιχεία που πρέπει να τεθούν υπό διερεύνηση.  

24/11, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΝΕΣΙΑΔΗΣ: «ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΗ ΣΤΙΣ ΣΥΓΚΡΟΥΟΜΕΝΕΣ ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ: H ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ HEAVY
METAL ΚΑΙ ΤΟΥ PUNK ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ. ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ, ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ
ΑΛΛΗΛΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΓΚΑΡΕΤ ΘΑΤΣΕΡ (1979-1990)»

"Η heavy metal μπάντα Anthrax  έδειξε στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ενδιαφέρον για τη μουσική punk και hardcore, και μάλιστα χρησιμοποίησαν και τα σύμβολα της New York Hardcore σκηνής, όπως επίσης  και το στυλ χορού mosh του hardcore punk, και έτσι λοιπόν από ιστορικούς λόγους  ήταν πολύ σημαντικοί στο να αποκτήσουν οι metalheads εξοικείωση με την punk και την hardcoreσκηνή", δηλώνει ο Steven Blush στο Get Thrashed: The story of Thrash Metal documentary (2008). H heavy metal μπάντα των Anthrax είναι ένα από τα αμέτρητα συγκροτήματα που έχει επηρεαστεί από το πανκ, από άποψη μουσικής, εικόνας, πολιτικής, ή ακόμα και του πώς δημιουργούν και διανέμουν τη μουσική τους. Από την άλλη πλευρά, οι Amebix, μια από τις πιο επιδραστικές πανκ μπάντες των αρχών της δεκαετίας του 1980, επηρεάστηκε από τους ήχους των κλασικών συγκροτημάτων του  heavy metal όπως οι Motorhead και οι Black Sabbath, και είχαν τα μαλλιά τους μακριά αντίθετα από την κλασσική πανκ ροκ εικόνα σε μία εποχή όπου οι πανκς ήταν πραγματικά χλεύαζαν τους μακρυμάλληδες ροκάδες (Glasper, 2006).

Τι είναι όμως αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ του metal και του punk; Περιορίζεται σε στενά μουσικά πλαίσια, ή επεκτείνεται στο στιχουργικό και εικαστικό κομμάτι; Επίσης, από την άποψη της αυθεντικότητας, πως μπορούμε να το ορίσουμε αυτό το υβρίδιο; Η αλληλεπίδραση έχει βάση καλλιτεχνική ή εμπορική; Tέλος, μπορεί ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο να φέρει πιο κοντά νεανικές υποκουλτούρες, οι οποίες βρισκόντουσαν σε σύγκρουση;

Η ακαδημαϊκή μελέτη του Ηeavy Metal άρχισε να εμφανίζεται πολύ αργά στη δεκαετία του 1990 (Brown, 2011), όταν η Weinstein (1991) σηματοδοτεί την αρχή της επιστημονικής έρευνας στο heavy metal με το βιβλίο της "Heavy Metal: A Cultural Sociology". Παρ 'όλα αυτά, πριν από τη δεκαετία του 2000, παρόλο που τα ακαδημαϊκά έγγραφα παρουσιάστηκαν σε συνέδρια ή δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά σχετικά με το Heavy Metal, καλύπτονταν, σε κάποιο βαθμό, από τα μαθήματα λαϊκών σπουδών, πολιτιστικών σπουδών ή μελετών μέσων επικοινωνίας (Brown, 2011). Ωστόσο, το 2009, οι Hein και Khan-Harris (2006) δημοσίευσαν την αναθεωρημένη έκδοση της βιβλιογραφίας του  Heavy Metal, και έτσι δημιούργησαν τη Βάση Δεδομένων Bιβλιογραφίας Heavy Metal (MSBD) (βλέπε επίσης Brown, 2011). Τέλος, το 2011 ξεκίνησε η Διεθνής Κοινότητα Μελετών Heavy Metal (ISMMS) με αποστολή να «προωθήσει και να προωθήσει την ακαδημαϊκή έρευνα που σχετίζεται με τη μουσική και τον πολιτισμό του Ηeavy Metal».

Από την άλλη πλευρά, πραγματοποιήθηκαν αρκετές μελέτες και έρευνες για το Punk. Οι υποκουλτούρες του Punk και του Hardcore έχουν ερευνηθεί σε μεγάλο βαθμό από την άποψη της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας (Thompson, 2000, Gordon, 2005, Double, 2007, Dunn, 2007, Vetsel, 2008, Lopez-Cabello, 2013). Επιπλέον, το γεγονός ότι το Punk έχει επηρεαστεί από άλλα είδη μουσικής έχει συζητηθεί από διάφορους ακαδημαϊκούς (Goshert, 2000, Thompson, 2000). Ωστόσο, δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ έρευνα σχετικά με τη διασταύρωση  της αλληλεπίδρασης του Punk και του Heavy Metal και αντίστροφα, και πως αυτή εξελίχθηκε μέσα από την άλλη (εξαίρεση η μουσική ανάλυση του Prof. Waksman, η οποία επικεντρώνεται αυστηρά στο μουσικό κομμάτι καθώς και το βιβλίο του υποφαινόμενου, Crossover The Edge, το οποίο καταγράφει ένα μεγάλο ποσοστό συγκροτημάτων της δεκαετίας του 1980). Συγκεκριμένα, η έρευνα αυτή θα επικεντρωθεί στις διασταυρούμενες επιρροές που υπήρχαν στα δύο είδη κατά τη δεκαετία της δεκαετίας του 1980 και θα αμφισβητήσει το ζήτημα της αυθεντικότητας στα μουσικά υβρίδια. Η προσέγγιση που θα έχει η έρευνα θα είναι ολιστική, και δεν θα περιορίζεται στο μουσικό κομμάτι αλλά θα επεκτείνεται στο εικαστικό, στο στιχουργικό και στο πολιτικό υπόβαθρο.

Η ιδέα της αυθεντικότητας είναι εμφανής στις υποκουλτούρες και του Punk αλλά και του Heavy Metal από την άποψη των νέων που ανήκουν σε αυτές τις υποκουλτούρες, και εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Τόσο οι Punks όσο και οι λάτρεις του
Heavy Metal χρησιμοποιούν τη λέξη "poseur-poser" με σκοπό "να περιγράψουν κάποιον που μπορεί να χρησιμοποιεί τον ίδιο κωδικό ενδυμασίας, τον ίδιο κωδικό ήχου (αν είναι μια μπάντα) προκειμένου να γίνει αποδεκτή στην υποκουλτούρα, αλλά ταυτόχρονα δεν θεωρείται ότι συμμερίζεται πραγματικά το κοινό έδαφος με τις αξίες της υποκουλτούρας". Εντούτοις, θα εξετάσω συγκεκριμένα τον όρο "poseur-poser" σε σχέση με τις υπό εξέταση μπάντες-case studies, αφού στην ανάλυσή μου θα προσπαθήσω να προσδιορίσω την αυθεντικότητά της κίνησης τους να ασπαστούν στοιχεία είτε του ενός, είτε του άλλου μουσικού είδους.

Η μεθοδολογία που επελέγη για την υλοποίηση του ερευνητικού μου έργου ήταν αυτή της κλασσικής ανάλυσης, λαμβάνοντας υπ’ όψη τους συμφραζόμενους παράγοντες, τις διαδεδομένες ιδέες και τις αισθήσεις κοινωνικής και πολιτικής τοποθεσίας. Η μεθοδολογία μου περιλαμβάνει την ανάλυση περιοδικών, βίντεο, εικόνων, στίχων καθώς και ανοιχτού τύπου συνεντεύξεις με συναφείς μουσικούς/συγκροτήματα που χρησιμοποιούνται σε μελέτες περιπτώσεων. Το χρονικό πλαίσιο της έρευνάς μου ήταν από το 1979 έως το 1990 (η εποχή της Margaret Thatcher ως πρωθυπουργός) και σε λίγες μόνο περιπτώσεις τα τραγούδια που κυκλοφόρησαν νωρίτερα ή αργότερα από αυτή την εποχή εξετάστηκαν επίσης, με βάση τη συνάφεια τους με την έρευνά μου.

24/11, ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΑΛΜΟΥΚΑ: 

Η ΗΧΗΤΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ:

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΗΧΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΙΜΕΛΗΤΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ

Η σχέση του μουσείου με τον ήχο είναι πολυδιάστατη, καθώς ο ήχος είναι παρών στο περιβάλλον του μουσείου είτε ακούσια, μέσω των ανθρώπινων και ατμοσφαιρικών ήχων που συνθέτουν το μουσειακό ηχοτοπίο, είτε εκούσια, μέσω των έργων σύγχρονων καλλιτεχνικών πρακτικών και των εποπτικών μέσων που χρησιμοποιούνται στο εκθεσιακό περιβάλλον. Οι απαρχές της σχέσης του μουσείου με τον ήχο εντοπίζονται ήδη από τη σύλληψη του μουσείου. σταδιακά, ωστόσο, περιορίστηκε η θεώρηση και η χρήση του ως μέσου εκτίμησης των αντικειμένων, όπως άλλωστε συνέβη με το σύνολο των ασθητηριακών ερεθισμάτων. Η αποδυνάμωση των αισθήσεων, η κυριαρχία της οπτικής αντίληψης στη μουσειακή πρακτική και το πρωτόκολλο συμπεριφοράς των επισκεπτών που διαμορφώθηκε από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα επηρέασαν σημαντικά το ηχητικό περιβάλλον του μουσείου, μετατρέποντάς το σε «σιωπηλό» χώρο θέασης και περισυλλογής. Ο περιορισμός της ερμηνευτικής διάστασης της χρήσης του ήχου, ως αποτέλεσμα της ευρύτερης αποαισθητικοποίησης των αντικειμένων, οδήγησε στην απουσία του από το εκθεσιακό περιβάλλον. Στο πλαίσιο της βιωματικής προσέγγισης της μουσειακής επίσκεψης που υιοθετείται από τα σύγχρονα μουσεία και της αναζήτησης νέων μουσειολογικών πρακτικών, ο ήχος εντάσσεται πλέον στις μουσειακές λειτουργίες ως έκθεμα, ως εκθεσιακό θέμα και ως ερμηνευτικό μέσο.  
Στην παρούσα διδακτορική διατριβή ερευνάται η σχέση του μουσείου με τον ήχο, από τις απαρχές του θεσμού του μουσείου έως το σύγχρονο γίγνεσθαι, η σχέση οπτικής και ακουστικής αντίληψης, η ένταξη του ήχου στις μουσειακές λειτουργίες, και οι δυνατότητες που προσφέρει η χρήση του ως ερμηνευτικού μέσου στο εκθεσιακό περιβάλλον. Στο εμπειρικό μέρος της διατριβής πρόκειται να αναζητηθούν μεθοδολογικές πρακτικές και να αναπτυχθούν μοντέλα μελέτης του ήχου ως ερμηνευτικού μέσου στον μουσειολογικό σχεδιασμό.
Στην παρουσίαση της εξέλιξης της διδακτορικής διατριβής κατά το ακαδημαϊκό έτος 2019-2020, θα παρουσιαστεί το θέμα, τα ερευνητικά ερωτήματα και οι κύριες θεωρητικές προσεγγίσεις της προβληματικής, οι οποίες προέρχονται από τα πεδία της μουσειολογίας, της ανθρωπολογίας και της αισθητικής. Ακολούθως, θα γίνει μια επισκόπηση της σχέσης του μουσείου με τον ήχο και τις αισθήσεις εν γένει,. Με τη χρήση παραδειγμάτων από εγχώριες και διεθνείς πρακτικές, θα σκιαγραφηθεί η ένταξη του ήχου στις λειτουργίες του σύγχρονου μουσείου και θα ανιχνευθούν οι δυνατότητες που απορρέουν από την ένταξή του στο εκθεσιακό περιβάλλον. Τέλος, θα παρουσιαστούν ορισμένα αρχικά συμπεράσματα, τα οποία θα τροφοδοτήσουν τον σχεδιασμό του εμπειρικού μέρους της διατριβής.

 
  • Twitter
  • Instagram
  • Facebook

©2020 by Doctoral Cmclub. Proudly created with Wix.com

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now